
Στην καρδιά της υπόθεσης των «σπιτιών ανακύκλωσης» δεν βρίσκεται μόνο η εξωφρενική τιμή τους. Βρίσκεται μια κραυγαλέα αντινομία: τα 58 Πολυκέντρα της Πελοποννήσου χρηματοδοτήθηκαν για να συλλέγουν «λοιπά ανακυκλώσιμα» —τηγάνια, κατσαρόλες, λεκάνες, πλαστικά και μεταλλικά οικιακά αντικείμενα που δεν είναι συσκευασίες— αλλά κατέληξαν να τροφοδοτούνται κυρίως με μπουκάλια, κουτάκια και άλλες συσκευασίες που ανήκαν στο σύστημα των μπλε κάδων.
Με απλά λόγια, ένα πανάκριβο σύστημα που δημιουργήθηκε για να καλύψει ένα πραγματικό κενό της ανακύκλωσης άρχισε να «κλέβει» —λειτουργικά και όχι με την ποινική έννοια— υλικά από ένα ήδη υπάρχον σύστημα. Οι πολίτες έβγαζαν συσκευασίες ακόμη και από τους μπλε κάδους για να τις μεταφέρουν στα Πολυκέντρα και να λάβουν το ανταποδοτικό κουπόνι. Αντί, δηλαδή, να αυξάνεται η συνολική ανακύκλωση με νέα ρεύματα υλικών, υπήρχε ο κίνδυνος να μετακινούνται οι ίδιες συσκευασίες από το ένα σύστημα στο άλλο.
Αυτή ακριβώς η απόκλιση βρίσκεται στον πυρήνα της δεύτερης δημοσιονομικής «καμπάνας». Από τα στοιχεία λειτουργίας του 2025 προέκυψε ότι περίπου το 55% των συλλεχθέντων υλικών ήταν συσκευασίες που υπάγονται στη διευρυμένη ευθύνη του παραγωγού και μόλις το 45% ήταν τα «λοιπά ανακυκλώσιμα» για τα οποία είχε εγκριθεί η χρηματοδότηση. Η επίτευξη κάποιων ποσοτικών στόχων δεν θεωρήθηκε αρκετή, διότι άλλο πράγμα είναι να συλλέγεις μεγάλες ποσότητες και άλλο να υπηρετείς το συγκεκριμένο έργο που πλήρωσαν τα ευρωπαϊκά ταμεία.
Το παράδοξο γίνεται ακόμη μεγαλύτερο από τις καταγγελίες ότι αντικείμενα που ανήκαν στον πραγματικό στόχο του έργου —τηγάνια, κατσαρόλες, μαχαιροπίρουνα, λεκάνες και άλλα οικιακά είδη— δεν γίνονταν πάντοτε δεκτά, επειδή δεν είχαν τις κατάλληλες διαστάσεις ή δεν μπορούσαν να αναγνωριστούν από τα μηχανήματα. Τα Πολυκέντρα, δηλαδή, αγοράστηκαν για τα «λοιπά ανακυκλώσιμα», αλλά ήταν πρακτικά προσαρμοσμένα κυρίως σε τυποποιημένες συσκευασίες. Αυτό δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια. Είναι το θεμελιώδες ερώτημα για το αν ο εξοπλισμός που προμηθεύτηκε η αυτοδιοίκηση ήταν πράγματι κατάλληλος για το έργο που δηλώθηκε και χρηματοδοτήθηκε.
Και έπειτα έρχεται το κόστος. Ο ΦΟΔΣΑ Πελοποννήσου προμηθεύτηκε 58 μονάδες συνολικής αξίας περίπου 20 εκατ. ευρώ! Η τιμή προσέγγιζε τις 300.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ και περίπου τις 370.000 ευρώ μαζί με τον φόρο για κάθε Πολυκέντρο! Ένα «παλάτι ανακύκλωσης» για κάθε σημείο εγκατάστασης, την ώρα που παράγοντες της αγοράς μιλούσαν για πολύ φθηνότερες λύσεις.
Η σύγκριση με εξοπλισμό των 60.000 ή 66.000 ευρώ δεν μπορεί να γίνεται πρόχειρα, σαν να πρόκειται οπωσδήποτε για απολύτως όμοια μηχανήματα. Πρέπει να εξεταστούν η συμπίεση, ο θρυμματισμός, η τηλεμετρία, το λογισμικό, οι υποδομές, η εγκατάσταση και οι παρεχόμενες υπηρεσίες. Αυτή, όμως, είναι και η μεγάλη ευθύνη του ΦΟΔΣΑ: να είχε παρουσιάσει πριν από την αγορά μια καθαρή, αναλυτική και δημόσια τεκμηρίωση για το τι ακριβώς αγόραζε και γιατί αυτό άξιζε σχεδόν 20 εκατ. ευρώ.
Οι ελεγκτικές αρχές έκριναν ότι ο ΦΟΔΣΑ δεν τεκμηρίωσε επαρκώς το εύλογο της εκτιμώμενης αξίας. Διαπίστωσαν, επίσης, ότι οι τεχνικές προδιαγραφές δεν εξασφάλιζαν επαρκώς ισότιμη πρόσβαση και πραγματικό ανταγωνισμό, καθώς και ότι υπήρξε διαφοροποίηση ανάμεσα στο προκηρυγμένο και στο παραληφθέν φυσικό αντικείμενο. Για αυτές τις πλημμέλειες επιβλήθηκε καταλογισμός 10.590.220 ευρώ.
Ακολούθησε δεύτερη δημοσιονομική διόρθωση 5.824.621 ευρώ, ακριβώς επειδή η πραγματική λειτουργία δεν ταυτιζόταν με το εγκεκριμένο χρηματοδοτικό αντικείμενο. Έτσι, η συνολική έκθεση του ΦΟΔΣΑ Πελοποννήσου φτάνει περίπου τα 16,4 εκατ. ευρώ, εφόσον οι δύο αποφάσεις δεν ανατραπούν διοικητικά ή δικαστικά. Πρόκειται για ανακτήσεις ευρωπαϊκών δαπανών και όχι ακόμη για ποινικές καταδίκες. Τυχόν ποινικές ευθύνες αιρετών, υπηρεσιακών στελεχών ή ιδιωτών θα κριθούν χωριστά από τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές.
Η προμηθεύτρια εταιρεία ΤΕΧΑΝ απορρίπτει τις κατηγορίες περί υπερκοστολόγησης. Επικαλείται ανταγωνιστική προσφορά άλλης εταιρείας ύψους 332.072 ευρώ με ΦΠΑ ανά Πολυκέντρο και υποστηρίζει ότι δεν υπήρχε συγκρίσιμο ολοκληρωμένο σύστημα αξίας 66.000 ευρώ. Η θέση της πρέπει να καταγράφεται. Δεν απαντά, όμως, από μόνη της στο κεντρικό ερώτημα: γιατί η αναθέτουσα αρχή δεν είχε τεκμηριώσει, με τρόπο που να αντέχει στον έλεγχο, το εύλογο του προϋπολογισμού και την καταλληλότητα του εξοπλισμού για τα «λοιπά ανακυκλώσιμα»;
Υπάρχει και μια δεύτερη μεγάλη αυτοδιοικητική αποτυχία. Η ΤΕΧΑΝ, αφού πούλησε τον εξοπλισμό, ανέλαβε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα τη δωρεάν λειτουργία του στο πλαίσιο εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Η υπηρεσία απαιτούσε προσωπικό, μεταφορές, συντήρηση, αποκομιδή και χρηματοδότηση των ανταποδοτικών κουπονιών. Η συνεργασία έληξε τον Ιούλιο του 2026 και ο ΦΟΔΣΑ βρέθηκε να διαθέτει εξοπλισμό περίπου 20 εκατ. ευρώ, χωρίς έτοιμο και μόνιμο μηχανισμό λειτουργίας.
Αυτό δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως αιφνιδιασμός. Η λήξη της δωρεάν περιόδου ήταν γνωστή από την πρώτη ημέρα. Οι διαδοχικές διοικήσεις του ΦΟΔΣΑ όφειλαν να έχουν υπολογίσει πόσο θα κοστίζει η επόμενη ημέρα, ποιος θα λειτουργεί τις μονάδες, ποιος θα μεταφέρει τα υλικά, πώς θα συντηρούνται τα μηχανήματα και από πού θα πληρώνεται το ανταποδοτικό όφελος. Η απουσία έγκαιρου σχεδίου δεν είναι απλώς οργανωτική αδυναμία. Είναι διαχρονική διοικητική αμέλεια απέναντι σε δημόσια περιουσία δεκάδων εκατομμυρίων.
Η σημερινή διοίκηση κληρονόμησε σημαντικό μέρος αυτής της κατάστασης, αλλά τώρα οφείλει να απαντήσει με αριθμούς: πόσο κοστίζει η λειτουργία των 58 Πολυκέντρων, ποιος θα αναλάβει το έργο, τι θα γίνει με τα κουπόνια, ποιες προσφυγές έχουν ασκηθεί κατά των καταλογισμών και από ποιο ταμείο θα καλυφθούν τα 16,4 εκατ. ευρώ. Μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί μια πλήρης δημόσια απάντηση που να λύνει αυτά τα ερωτήματα.
Και εδώ βρίσκεται η κοινωνική διάσταση της υπόθεσης. Αν οι δημοσιονομικές διορθώσεις παραμείνουν σε ισχύ, άμεσος υπόχρεος είναι ο ΦΟΔΣΑ. Επειδή, όμως, ο ΦΟΔΣΑ χρηματοδοτείται από τους δήμους-μέλη του, το κόστος μπορεί να περάσει στις δημοτικές εισφορές, στους προϋπολογισμούς και τελικά στα ανταποδοτικά τέλη. Δεν είναι ακόμη βέβαιο ότι ολόκληρο το ποσό θα μεταφερθεί αυτούσιο στους δημότες. Ο κίνδυνος, όμως, είναι πραγματικός.
Ο πολίτης κινδυνεύει έτσι να πληρώσει δύο και τρεις φορές: για την αγορά των πανάκριβων μονάδων, για τη λειτουργία τους μετά τη λήξη της «δωρεάν» περιόδου και για την επιστροφή των κονδυλίων που κρίθηκαν μη επιλέξιμα.
Η ουσία, λοιπόν, δεν είναι μόνο ότι αγοράστηκαν ακριβά μηχανήματα. Είναι ότι αγοράστηκαν για να κάνουν μια συγκεκριμένη δουλειά και κατέληξαν να κάνουν κυρίως μια άλλη. Αντί να συλλέγουν τηγάνια, κατσαρόλες και λεκάνες, συγκέντρωναν κυρίως μπουκάλια και κουτάκια. Αντί να προσθέτουν ένα νέο ρεύμα ανακύκλωσης, απορροφούσαν υλικό από τους μπλε κάδους. Και αντί οι υπεύθυνοι να έχουν εξασφαλίσει βιώσιμη λειτουργία, άφησαν τον εξοπλισμό να εξαρτάται από μια προσωρινή εταιρική παροχή.
Τα «παλάτια ανακύκλωσης» έμειναν. Η δωρεάν λειτουργία τελείωσε. Οι δημοσιονομικές καμπάνες έφτασαν. Και τώρα απομένει να φανεί αν θα πληρώσουν εκείνοι που σχεδίασαν, ενέκριναν και διαχειρίστηκαν το έργο ή αν, για ακόμη μία φορά, η διοικητική αμέλεια θα μετατραπεί σε λογαριασμό για τον δημότη.
Δημ. Μητρόπουλος
